Παλιότερα την ονόμαζαν “γη του κανενός”. Μια γη που δεν είχε ιστορία. Ούτε παρελθόν. (Αμαζονία του Εκουαδόρ)
Σήμερα, τραγική ειρωνεία, κοντεύει να γίνει γη του κανενός. Όχι γιατί εκεί ζουν μόνο ιθαγενείς, απόλυτα εναρμονισμένοι με το φυσικό περιβάλλον, αλλά γιατί ήρθαν τα πετρέλαια, μοίρασαν διαρροές, καρκίνους και μολυσμένα νερά, εξαφάνισαν φυλές και γέμισαν το χώμα με μαύρο, πηχτό απομεινάρι πετρελαίου. Γιατί όσο και αν θες να κλείσεις τα μάτια και να γεμίσεις τις τσέπες με χρήμα που βρομά πιο πολύ και από την ψυχή σου, είναι ώρα να ξεπεράσεις “το ζουρλοπερήφανο το εγώ σου” που έλεγε και ο Καζαντζάκης και να δεις… Πως η ύβρις είναι παγκόσμια και ΟΥΤΕ ΕΣΥ δεν πρόκειται να τη γλυτώσεις.
Μεγάλωσα θα πει να γίνεσαι καχύποπτος, να κάνεις πολλές ερωτήσεις, να σου φαίνεται αργά η έξοδος στις 10, να ρωτάς και να ξαναρωτάς τα ίδια και τα ίδια. Μεγάλωσα θα πει να τρομάζεις στην ιδέα της συνειδητοποίησης ότι το παιδί σου κοντεύει τα τριάντα και ακόμη το ρωτάς αν έφαγε, τι έφαγε, πότε θα φάει, γιατί δεν θα φάει. Μεγάλωσα θα πει πως έγινα τρομαχτικά προβλέψιμος. Μεγάλωσα θα πει φοβάμαι και πνίγω και προτιμώ την επισφαλή ασφάλεια από την ελευθερία και τη ζωή. Γιατί, κάπου, καθώς περνούσαν τα χρόνια και δούλευα και διεκπεραίωνα, ξεχνούσα πως ζω για μένα και ζούσα μέσα από το παιδί μου. Μεγάλωσα θα πει να προτιμάς μια επισφαλή ασφάλεια, κοινώς “βόλεμα”, από μια ίσως πιο περιπετειώδη και ενδιαφέρουσα ζωή. Να θες εξασφαλίσεις και σιγουριά και ασφάλεια και ηρεμία. Μεγάλωσα θα πει καμιά φορά πεθαίνω και σκοτώνω ό,τι γύρω μου παλεύει ακόμα να παραμείνει νέο.
Κινήσεις προγραμματισμένες. Μέρες που υπάρχουν χάρη στο πρόγραμμα. 6 πρωινό ξύπνημα. Απενεργοποιώ συναγερμό, σβήνω φώτα, ανοίγω παράθυρα να μπει αέρας. Βγάζω το ένα σκυλί, αφού πρώτα του δώσω παξιμάδι. Ετοιμάζω το γάλα της. Διαβάζω αποσπασματικά, ποτέ κάτι ολοκληρωμένα. Βάζω το ένα σκυλί μέσα, βγάζω το άλλο. Σερβίρω το γάλα. Μπάνια. Διάβασμα ξανά. Μεταξύ 10 και 12 βγαίνω για καφέ, κάποια δουλειά ή απλώς εφημερίδα. Επιστροφή μεταξύ 2 και 2.30. Επιθυμητή ώρα φαγητού η 2.30, αλλά με μεγάλη υπομονή και αρκετή γκρίνια περιμένω ως τις 3 παρά. Ύπνος στον καναπέ. Διάβασμα. Τηλεόραση. Συζήτηση για το μενού της επομένης. Ειδήσεις. (“να αιμοδιψάς για ειδήσεις”). 9.30. Απαράβατη ώρα του δείπνου. Και μετά τηλεόραση, ταινία, ύπνος στις 11. Και την επόμενη το ίδιο. Και την μεθεπόμενη πάλι το ίδιο.
Οι ηλικιωμένοι και όσοι γέρασαν κι ας είναι φαινομενικά νέοιο αποζητούν τις μέρες της μαρμότας. “Την ηρεμία”, όπως λέει και ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο. Και εγώ που σου γράφω με τη γνωστή ειρωνεία μου και είναι σχεδόν βέβαιο πως διακρίνεις μια αγανάκτηση στην περιγραφή του ανωτέρω πλάνου ημέρας, κι εγώ λοιπόν μπορεί αυτό να αποζητώ. Μπορεί εκεί να καταλήξω. Μπορεί να έχω βουτηχτεί τόσο βαθιά στο ψέμα που και εγώ η ίδια να μην βλέπω πόσο προγραμματισμένα γερνάω.
Απόψε θα ρίξω τη ζαριά μου. Χωρίς άλλους προβληματισμούς και αναλύσεις. Και με τον φόβο, τον μεγάλο μου φίλο από εδώ και πέρα, σύντροφο και συνεργό.
Ένα κομμάτι μου πονάει και ένα κομμάτι μου ζητά. Και τα δύο φοβούνται. Ο φόβος είναι ο χειρότερος οδηγός. δεν τον ακούω πάντα, αλλά οι φορές που δεν ακούω τίποτε άλλο πέρα από αυτόν με φέρνουν πάντα σε αδιέξοδο. Αδυνατώ να πιστέψω ότι βιώνω ένα τέλος, ένα τέλος που σκέφτηκα, σχεδίασα, προετοίμασα, αλλά δεν βρήκα το θάρρος (και νομίζω ποτέ δεν θα το έβρισκα) να ανακοινώσω με τον πιο ευθύ τρόπο. Το στάδιο νούμερο 1 κράτησε λίγο. Είχε ανακούφιση, είχε αποφασιστικότητα. Το στάδιο 2 είναι η αργή αλλά αναπόφευκτη συνειδητοποίηση και ο στοχασμός σχετικά με το τι γίνεται από δω και πέρα. Έχω περιθώρια προσπάθειας για αλλαγή του συντελεσμένου; Ή οι διαθέσεις της άλλης πλευράς προμηνύουν βέβαιη καταδίκη; Και αν όχι, πώς και τι και γιατί; Τι με έλκει πίσω; Η συνήθεια, η αληθινή αγάπη ή η αδυναμία μου να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτόν τον άνθρωπο;
Λογικά, πρέπει να είμαι πολύ κακής πάστας άνθρωπος. Και γεμάτος πολλά δήθεν, πολύ ψέμα. Απόφυγέ με, όσο μπορείς. Δεν θα πιστεύεις στα μάτια σου.
Θέλω να πιστεύω ότι ποτέ δεν είναι αργά να ανακαλύψεις ένα τραγούδι. Και να το ερωτευτείς. Αυτό και άλλα πολλά χρωστάω στο Birmingham, που μου χάρισε πάνω απ’ όλα δυο υπέροχους ανθρώπους.
Έχε τα μάτια σου, τ’ αυτιά σου, τα μυαλά σου ανοιχτά. Η καρδιά ίσως χρειάζεται να περιμένει λίγο ακόμα.
“σας λέω λοιπόν ότι κατά την άποψή μου όλοι έχουμε μια λογική τελείως προσωπική, δική μας, όχι μονάχα εγώ, κι αυτή μας καθορίζει. Γεννιόμαστε με τη δική μας λογική και οι περισσότεροι μαθαίνουν σιγά σιγά να την προσαρμόζουν, δεν θέλουν να είναι “διαφορετικοί”, όπως είμαι εγώ που δεν το κατόρθωσα, να τους δαχτυλοδείχνουν όπως εμένα, οι ίδιοι προσαρμόζονται, η λογική τους όμως, έτσι πιστεύω εγώ, έστω και καλυμμένη, εξακολουθεί να υπάρχει μέσα τους και τις δύσκολες ώρες εκείνη τους προσδιορίζει. Αυτή είναι η δική μου άποψη, μπορεί όμως να κάνω και λάθος.”
Τέτοια λέει η Σοφία στο Με Θέα τη Ζωή της Ισμήνης Καπαντάη, η Σοφία που δεν ζει τη ζωή, αλλά την παρατηρεί.
(Επειδή μου αρέσει να κρατώ φράσεις από τα βιβλία που διαβάζω.)
Ξυπνητήρι στις 9/το κλείνω/να κοιμηθώ λίγο ακόμη/ξυπνάω μετά από μιάμιση ώρα/νομίζω ότι έχω κοιμηθεί μονάχα 10 λεπτά/αρχίζω να σκέφτομαι/πόσο όμορφο είναι να μην έχεις αίσθηση του χρόνου/να χάνεις για λίγο τον έλεγχο/να αφήνεις το σώμα σου να σου μιλάει/να το ακούς.
Το τραγούδι εδώ γιατί το αγάπησα από την πρώτη στιγμή. Και πώς πονάει, πάντα, η αλήθεια, ε;
Τι να σου πω για τις εντυπώσεις μου από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, δύο χρόνια αφότου την άφησα; Έπαθα πολιτισμικό σοκ. Σαφώς η εμπειρία της Αγγλίας υπήρξε καθοριστική και δημιούργησε μέσα μου μια νέα εικόνα για το τι είναι Πανεπιστήμιο. Αλλά, δεν περίμενα ότι τα πράγματα θα μου φαίνονταν τόσο τριτοκοσμικά. Και, σκέφτηκα, πόσο δίκαιο έχουν αυτοί που λένε “αν θες να δεις την κατάσταση μιας χώρας, πήγαινε στα πανεπιστήμια και στα νοσοκομεία της”. Εγώ που, αν με ξέρεις, σίγουρα θα ξέρεις πόσο αγαπάω τη Φιλοσοφική, αντίκρυσα το τριτοκοσμικό της θέαμα με τρόμο. Τα μπετά (φυσικά) παραμένουν. Χρόνια τώρα, είναι θεσμός-σήμα κατατεθέν της. Οι γραμματείες λειτουργούν ακόμη για το κοινό 11-2, τρεις φορές την εβδομάδα. Οι φοιτητές κάνουν ουρές απέξω για να μπουν και να προλάβουν να πάρουν πάσο (το οποίο, παρεπιπτόντως, δεν τους δίδεται, παρά το ότι πλησιάζουμε στη λήξη του χειμερινού εξαμήνου, διότι, λέει “δεν τους έχουν φέρει”). Τις Παρασκευές το Πανεπιστήμιο έχει ελάχιστο κόσμο (σιγά μην πάμε Παρασκευή για μάθημα!). Οι αφίσες δίνουν και παίρνουν, σχεδόν δεν βλέπεις απέναντι εξαιτίας της πληθώρας τους. Το αστείο είναι ότι το περιεχόμενό τους παραμένει άλλοτε παρωχημένο και βαρετό, άλλοτε γελοίο και “του συρμού”. Πάντως, πάντα το ίδιο. Για να μη σου συζητήσω για τις ελεεινές αφισο-προσκλήσεις των ΔΑΠ και ΠΑΣΠ στην Άννα Βίσση. Και, τέλος, το τσιγάρο. Όλες και όλοι, συνεχίζουν να καπνίζουν πάντα και παντού και να πετούν τη στάχτη τους στο μεγάλο τασάκι. Χωρίς αιδώ, χωρίς διάθεση για αλλαγή, χωρίς προοπτική να γίνουν αύριο-μεθαύριο πολίτες που δεν θα πετούν το τσιγάρο από το παράθυρο του αυτοκινήτου και που θα συνεχίσουν να μην σέβονται όσους δεν καπνίζουν.
Αν με βρίσκεις σνομπ και υπερόπτη, δεν φταίω εγώ. Φταίει που ετούτη η χώρα σταμάτησε να με πληγώνει και άρχισε να με θυμώνει.
(Κι αυτός ο ήλιος, που τόσο δυνατά επιμένει να μας φωτίζει με το ωραιότερο και πιο αληθινό φως που είδα ποτέ μου, βαλτός είναι; Να φωτίζει την ασχήμια μας, τη διαπλοκή και τη διαφθορά μας; Να κάνει πιο λαμπερή τη μηδενική εξέλιξή μας;)